ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Σύντομο ἱστορικό Ἱερᾶς Μονῆς
 Ὁσίου Γρηγορίου

Ἡ ῾Ι. Μονή ὁσίου Γρηγορίου βρίσκεται στή ΝΔ πλευρά τῆς χερσονήσου τοῦ Ἄθω, μεταξύ τῶν Μονῶν Σίμωνος Πέτρας καί Διονυσίου, κτισμένη πάνω σέ βράχο σέ ὑψόμετρο 30 μ. ἀπό τή θάλασσα, στίς ἐκβολές τῆς χαράδρας τοῦ îΧρέντελιï καί ἀπέχει 15΄ ἀπό τό λιμάνι τῆς Δάφνης μέ πλοῖο. Συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στίς 20 ῾Ι. Κοινοβιακές Μονές τῆς ἁγιορειτικῆς πολιτείας καί στίς 6 Μονές τῶν βράχων, πού ἀνοικοδομήθηκαν ἤ ἀνακαινίσθηκαν πάνω σέ βράχους, οἱ μέν πέντε (Σίμωνος Πέτρας, Γρηγορίου, Διονυσίου, ῾Αγίου Παύλου καί Παντοκράτορος) τόν 14ο αἰ., ἡ δέ Σταυρονικήτα τόν 16ο αἰ. γιά νά ἔχουν φυσική προστασία ἀπό τούς πειρατές.

Ἡ Ἱ. Μ. Γρηγορίου κτίσθηκε κατά τά ἔτη 1310-1314 ἀπό τόν ὅσιο Γρηγόριο τόν νέο, ἐπωνομαζόμενο ἡσυχαστή καί σιωπῶντα, καί ἀφιερώθηκε στόν ἅγιο Νικόλαο Ἀρχιεπίσκοπο Μύρων. Ὁ ὅσ. Γρηγόριος διετέλεσε μαθητής τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Σινα¾του, ἔζησε ἀρχικῶς στή Σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ καί ἀργότερα στό σωζόμενο μέχρι σήμερα σπήλαιο πάνω ἀπό τή Μονή. Ὅταν κατόπιν αὐξήθηκαν τά πνευματικά του τέκνα, κατέβηκε χαμηλώτερα καί ἔκτισε τήν Μονή στή σημερινή θέσι της. Ἀργότερα λόγῳ τῶν πειρατειῶν κατέφυγε μέ τούς συμμοναστές του στή Σερβία, ὅπου καί ἔκτισε τήν Ἱ. Μονή Γκόρνιακ, τήν ὁποία ἀφιέρωσε πάλι στόν ἅγιο Νικόλαο, ὅπου ἐκοιμήθη ὁσιακῶς. Ἡ μνήμη του ἐπιτελεῖται στίς 7 Δεκεμβρίου, μετά τήν κυρία πανήγυρι τῆς Μονῆς πρός τιμήν τοῦ ἁγ. Νικολάου (6 Δεκεμ.). Ἀπό αὐτή τήν περίοδο σήμερα σώζεται τό παλαιό ἀνατολικό τεῖχος, πού ὑψώνεται πίσω ἀπό τό ἱερό τοῦ Καθολικοῦ, καί κάποια κτίσματα δυτικῶς τῆς Μονῆς.

Δύο μεγάλες πυρκαγιές καθορίζουν τήν ἱστορία τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μονῆς. Ἡ πρώτη πυρκαγιά ἔγινε τό 1497 ἀπό τούς πειρατές, οἱ ὁποῖοι τήν κατέστρεψαν τελείως καί τήν ἐρήμωσαν. Τό 1513 ὁ Ἡγούμενος Αὐτῆς Σπυρίδων μέ χρήματα τοῦ ἡγεμόνος τῆς Μολδαβίας Στεφάνου τήν ἀνοικοδόμησε μεγαλοπρεπέστερη. Ἀπό αὐτή τήν περίοδο σώζεται ἡ σημερινή μεσαία πτέρυγα καί τό καμπαναριό.

Ἡ δεύτερη πυρκαγιά ἔγινε τό 1761 καί ἔκαψε μεγάλο μέρος τῆς Μονῆς. Νέος κτίτωρ ὁ σκευοφύλακας Αὐτῆς Γέροντας Ἰωακείμ ὁ Ἀκαρνάνας, ἐπωνομαζόμενος Μακρυγένης λόγῳ τῆς μακρυᾶς γενειάδας του, ἡ ὁποία μεγάλωσε κατόπιν θαύματος πού ἐπιβεβαίωνε τή μέλλουσα ἀνοικοδόμησι ἐκ μέρους του. Τό Καθολικό, κτισμένο ἀπό τόν ἴδιο, μεγαλοπρεπέστερο τοῦ παλαιοτέρου, σώζεται μέχρι σήμερα. Ὡς κτίσμα τελείωσε τό 1768 καί ὁλοκληρώθηκε μέ τοιχογραφίες τό 1779 ἀπό δύο Καστοριανούς ζωγράφους, Γαβριήλ καί Γρηγόριο. Ἐπίσης ὁ Γέροντας Ἰωακείμ ἔκτισε καί τή μέχρι σήμερα σωζομένη νότια πτέρυγα τῆς Μονῆς τό 1783, ἐπέκτεινε τόν μοναστηριακό χῶρο πίσω ἀπό τό παλαιό ἀνατολικό τεῖχος μέ καινούργιο ὑψηλότερο τεῖχος, πτέρυγα καί παρεκκλήσι τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Σήμερα ἡ ἀνατολική αὐτή πτέρυγα μέ τό παρεκκλήσι δέν σώζεται, ὑπάρχει μόνο τό τεῖχος.

Ἀξιοσημείωτη εἶναι κατ' ἐκείνη περίπου τήν περίοδο καί ἡ δωρεά πρός τήν Μονή τῶν ἱερῶν λειψάνων τῆς ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας (ἑορτ. 29 Ὀκτωβρίου), ἡ ὁποία ἔκτοτε διατελεῖ τρίτη προστάτις Αὐτῆς, μαζί μέ τόν ἅγιο Νικόλαο καί τόν ὅσιο Γρηγόριο, καί ἐπιτελεῖ συνεχῶς θαύματα, θεραπεύοντας κάθε ἀσθένεια, σύμφωνα μέ τήν κατά τόν βίο της ὑπόσχεσι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ.

Τό 1840 ἡ Μονή ἔγινε Κοινοβιακή, καί ὁ πρῶτος Ἡγούμενος Αὐτῆς παπα-Νεόφυτος ἔκτισε τό σημερινό νάρθηκα τοῦ Καθολικοῦ. Τό 1851 ὁ διάδοχός του Ἡγούμενος παπα-Δανιήλ ἔκτισε τό παρεκκλήσι τοῦ ὁσίου Γρηγορίου, προσκολλημένο στό Καθολικό καί βορείως αὐτοῦ.

Κατά τήν περίοδο 1859-1905 ἡγουμένευσε ὁ ἐκ Τριπόλεως παπα-Συμεών. Ἔκτισε μέ προσωπικούς κόπους νέα πτέρυγα βορείως τῆς παλαιᾶς Μονῆς, καί ὁ μοναστηριακός χῶρος ὑπερδιπλασιάστηκε. Τότε ἀνακαινίστηκαν δύο παλαιά Μετόχια στό Νέο Μαρμαρᾶ καί στήν Ἄρτα, καί προστέθηκαν δύο νέα Μετόχια στό Λιβάδι Κολινδροῦ Πιερίας. Αὐτά τά Μετόχια ἀπετέλεσαν σημαντικές βάσεις γιά τόν μετέπειτα Μακεδονικό Ἀγῶνα, καθιστάμενα ἐθνικά προπύργια.

Κατά τήν περίοδο 1944-1972 ἡγουμένευσε ὁ παπα-Βησσαρίων, ἰατρός στό ἐπάγγελμα, ὁ ὁποῖος συνετέλεσε πολύ στήν ἐν γένει ἀνακαίνισι καί συντήρησι τῶν ὑπαρχόντων κτιρίων. Τό 1994 ἀνακαινίστηκε καί ἁγιογραφήθηκε ἡ Τράπεζα τῆς Μονῆς καί κατά τά ἔτη 1997-2001 κτίστηκε καί ὁλοκληρώθηκε ἡ ἀνατολική πτέρυγά Της, μεταξύ ἀρχαίου τείχους καί τείχους τοῦ Γέροντος Ἰωακείμ, μέ ἀρκετά κελλιά, χώρους συντηρήσεως κειμηλίων καί παρεκκλήσι τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Πολλά παρεκκλήσια σώζονται ἐντός καί ἐκτός τῆς Μονῆς. Σημαντικό εἶναι τό κοιμητήρι τῶν Ἁγίων Πάντων μέ τοιχογραφίες τοῦ 1739. Τό Ἀντιπροσωπεῖον τῆς Μονῆς στίς Καρυές εἶναι ἀφιερωμένο στόν ἅγιο Τρύφωνα, καί ἀποτελοῦσε παλαιό μονύδριο τοῦ 10ου αἰῶνα, σύμφωνα μέ τά σωζόμενα χειρόγραφα.

Ἐξέχουσες εἰκόνες εἶναι τοῦ ἁγίου Νικολάου, τῆς Παναγίας τῆς Γαλακτοτροφούσης καί τῆς Παναγίας τῆς Παλαιολογίνας. Ἡ τελευταία διασώθηκε θαυματουργικῶς ἀπό τήν πυρκαγιά τοῦ 1761. Στή βιβλιοθήκη σώζονται 300 κώδικες καί 20.000 ἔντυπα. Μεταξύ τῶν κωδίκων ξεχωρίζει σπάνιο χειρόγραφο, "Ὁ Ποιμήν" τοῦ Ἑρμᾶ. Στά κειμήλια συγκαταλέγονται εὐαγγέλια, σταυροί, ἐγκόλπια, ἱερά ἄμφια, χρυσόβουλλα, κηρόβουλλα, συγγίλια, φιρμάνια κλπ. Σημαντικό κειμήλιο ἀποτελεῖ ὁ χρυσοκέντητος ἐπιτάφιος τοῦ 16ου αἰῶνα. Μεταξύ τῶν ἱερῶν λειψάνων ὑπάρχουν λείψανα τῶν τριῶν προστατῶν τῆς Μονῆς, τμῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τῶν ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καί Δαμιανοῦ, Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Κηρύκου καί Ἰουλίττης, κάρες τῶν ἁγίων Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, Ἰακώβου τοῦ πολυάθλου, Φωτεινῆς τῆς Σαμαρείτιδος κ. ἄ.

Ἡ Μονή ἔχει ἐννέα Μετόχια σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, τρία τῶν ὁποίων λειτουργοῦν καθ' ὅλο τό χρόνο, καθώς καί ἱεραποστολικό ἔργο στό Κολουέζι τοῦ Κογκό. Σήμερα (2017) συγκαταριθμοῦνται 90 μοναχοί ὑπό τήν ἡγουμενεία τοῦ Ἀρχιμανδρίτου π. Χριστοφόρου (2014 κ.ἑ.).